Πέμπτη, 17 Αυγούστου 2017

Ο πόνος ανθρώπων και Αγγέλων αλλά και της αψύχου κτίσεως στο Θείον Δράμα Μεγάλη Παρασκευή 2005



Τα Πάθη τα σεπτά του Κυρίου μας Ιησού Χριστού χριστιανοί μου είναι λυτρωτικά. Ωστόσο δεν παύουν να είναι συγκλονιστικά και φορτισμένα με θλίψη και πόνο, για κείνες τις ψυχές που βιώνουν πνευματικά τις άγιες ημέρες της Μεγαλης Εβδομάδος, που σπάζουν οι καρδιές τους μαζί με τους ουρανούς, όταν αυτοί θρηνούν για το Πάθος του Δημιουργού τους, γι’ αυτό και διαμαρτυρόμενος ο ήλιος εσκοτίσθει από έκτης έως ενάτης ώρας. Επίσης βλέπουμε ολόκληρη τη φύση να κλονίζεται για τον Πάσχοντα Θεό της, γι’ αυτό και σχίζεται στα δύο το καταπέτασμα του ναού του Σολωμόντος, και η γη εσείσθει και πέτραι εσχίσθησαν, και τα μνημεία ανεώχθησαν. Η μητέρα πάλι Θεοτόκος, κλαίει και οδύρεται για το σταυρικό μαρτύριο και το θάνατο του υιού της, του ασπίλου και αμώμου. Αλλά και όλες οι ουράνιες δυνάμεις των αγγέλων και Αρχαγγέλων υποφέρουν για τα μαρτύρια και πάθη, το ακάνθινο στεφάνι, το φραγγέλιο και την ατομική σταύρωσιν του Βασιλέως της Δόξης τους. Αλλά και η Εκκλησία όμως του Χριστού που την ίδρυσε με το Πανάγιό Του αίμα θρηνεί κι αυτή για τα σεπτά Πάθη του Νυμφίου της.

Παραταύτα, μέχρι το «τετέλεσται» του θείου δράματος του Γολγοθά έχουμε και δυο φωτεινές ανταύγειες ελπίδος. Η πρώτη ανήκει στο ληστή εκ δεξιών του Χριστού, που ενώ κρεμόταν σταυρωμένος στο ξύλο του Σταυρού, με την ομολογία του στην Θεότητα του Ιησού Χριστού, τη μετάνοια και την ειδική εκείνη προσευχή «Μνήσθητί μου Κύριε όταν έρθεις εν τη Βασιλεία Σου», εισέρχεται πρώτος και αυτός ανοίγει την πόρτα του ουρανίου Παραδείσου στη Βασιλεία των Ουρανών μαζί με τον Κύριο και Σωτήρα του. Η δευτέρα ανταύγεια ανήκει στον εκατόνταρχο, που όντας αξιωματικός ειδωλολάτρης, βλέποντας και θαυμάζοντας εν φόβω και τρόμω τα υπερφυσικά γεγονότα που ακολούθησαν μετά την τελευταία πνοή του Κυρίου να ομολογεί θριαμβευτικά «Αληθώς Θεού Υιός ήν ούτος». Ή όπως αλλιώς μας το τόνισε ο Ευαγγελιστής Λουκάς ότι εδόξασε τον Θεόν αναφωνώντας «Όντως ο άνθρωπος ούτος δίκαιος ήν». Και λίγο αργότερα, κατά την παράδοση, προσετέθη στην πίστη του Χριστού και ο Λογγίνος, ο στρατιώτης εκείνος που έμπηξε και ένυξε με τη λόγχη του την πλευράν του Κυρίου και ευθύς αμέσως εξήλθε αίμα και ύδωρ. Απ’ αυτήν όμως την πληγείσα και λογχευθείσα πλευρά προήλθεν η Εκκλησία του Χριστού που με τα σωστικά της μυστήρια (Βάπτισμα, Χρίσμα, Θεία Κοινωνία και Μετάνοια) και με τον λόγον του Θεού, τον ευαγγελικόν λόγον, ποτίζουν ολόκληρο τον κόσμο με τα νάματα της θείας αληθείας. Φαιδρύνουν και δροσίζουν ολόκληρη την κτίση και διδάσκουν πάντα τα έθνη (μαθητεύσατε είπε πάντα τα έθνη) να προσκυνούν με απόλυτο πίστη την Βασιλεία του Θεού και το κοσμοσωτήριον έργον Του, δια του ανθρώπου και Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Εδώ έχει θέση και η ιερωσύνη πλέον. Η ιερωσύνη του Χριστού που μεταβιβάζεται στους Αποστόλους και οι Απόστολοι στους πρώτους Αποστολικούς Πατέρες και κείνοι με τη σειρά τους στη συνέχεια σε άλλους επισκόπους και σ’ άλλους πρεσβυτέρους μέχρι και σήμερον και θα συνεχιστεί μέχρι και τη Δευτέραν του Χριστού Παρουσίαν.

Ο Θεός φώς εστί (Δογματικό Θεολογικό) Κυριακή του Θωμά 2005



Κατ’ αρχάς χριστιανοί μου εύχομαι να γεμίσουν οι καρδιές όλων σας, από το αιώνιο λυτρωτικό φως που ξεπήδησε από την Ανάσταση του Κυρίου, Αμήν.

Το σημερινό Αποστολικό Ανάγνωσμα του Ευαγγελιστού Ιωάννου, μας διαλάλησε την αλήθεια ότι ο Θεός ημών φως εστί. Το λυτρωτικό αυτό φως, το πήραμε κατά πρώτον στη βάπτισή μας, και είναι έκδηλο όχι μόνο στα μωρά αλλά και στους μεγάλους. Πιστεύω πως όλοι σας το έχετε παρατηρήσει αυτό -μια έντονη φωτεινότητα περιβάλλει κυρίως το πρόσωπο του νεοβαπτιζομένου. Έχω μαρτυρία από μια ξένη που όταν βαπτίστηκε ομολόγησε ότι λούστηκε μέσα σε υπερκόσμιο φως.

Ο Ιερός Χρυσόστομος μας βεβαιώνει ότι οι πρωτόπλαστοι Αδάμ και Εύα, πριν από την πτώση τους ήσαν ενδεδυμένοι από την άνωθεν δόξα, δηλαδή αντί για ρούχα ο Θεός τους είχε ντύσει με τη Δόξα Του. Η αμαρτία όμως που εγένετο με την παρακοή, τους γύμνωσε από τη Θεία Δόξα και τη θεοδημιούργητη στολή, την θεοϋφαντη όπως λέγεται, και έτσι είδαν τη γύμνια τους. Για να τους ράψει κατόπιν η αμαρτία τους δερμάτινους χιτώνας, δηλαδή τους χιτώνες της φθοράς και του θανάτου.

Η Βάπτισις λοιπόν που σφραγίζεται από το Πανάγιον Πνεύμα δια του Αγίου Χρίσματος «σφραγίς δωρεάς Πνεύματος Αγίου, αμήν», μας ενδύει με την θεοϋφαντη στολή της θείας δόξης, δηλαδή του αιωνίου φωτός. Οι παλιοί ιερείς, ενθυμούμαι, ότι αμέσως μετά το Βάπτισμα και Χρίσμα, παίρνοντας τα λευκά εσώρουχα του βρέφους, εκφωνώντας έλεγον: «ενδύεται ο δούλος του Θεού Τάδε, χιτώνα ευφροσύνης και αγαλλιάσεως» και όχι όπως σήμερα τα νέα τυπικά το λέγουν «τον της δικαιοσύνης». Μας λέγει λοιπόν ο Άγιος Κύριλλος ο Ιεροσολύμων, ότι ο νεοφώτιστος που ξεντύνεται από τα παλιά ενδύματα της αμαρτίας, με το βάπτισμά του, ενδύεται εκείνα που είναι λουσμένα μέσα στο φως και προσδίδουν στην ψυχή μια λευκοφορεμένη λαμπρότητα. Αυτά κατά τον Άγιον.

Για να διατηρηθεί όμως το φως της θείας λαμπρότητος, θα πρέπει τα έργα μας, οι πράξεις, τα λόγια και οι σκέψεις του κάθε νεοβαπτιζομένου να είναι σύμφωνα με το λευκό χιτώνα της θείας αγαλλιάσεως που ενεδύθη. Δηλαδή, ευαγγελικά, αγνά και άμωμα, με ζέουσα την πίστη, με ενεργουμένη την αγάπη προς όλους ακόμα και προς τους εχθρούς, με θέρμη και βία στην προσευχή, με φυλακή στις αισθήσεις και με όλα όσα περιέχονται και μας διδάσκουν οι Άγιες Γραφές με το λόγον του Θεού. Όλα αυτά αδελφοί μου συμφωνούν με την θριαμβευτική διαβεβαίωση που ψάλλεται κατά την ένδυση του νεοφωτίστου «χιτών μοι παράσχου φωτεινόν, ο αναβαλλόμενος φως ως ιμάτιον, πολυέλεε Χριστέ ο Θεός ημών».

Η Ορθόδοξος πίστις μας είναι Εκκλησία της Αναστάσεως




Κυριακή των Μυροφόρων 2005

Η σημερινή Κυριακή χριστιανοί μου, ονομάζεται Κυριακή των μυροφόρων και είναι πιστεύω σε όλους μας γνωστή.

Μαρία η Μαγδαληνή και Μαρία η του Ιακώβου και Μαρία η του Κλωπά και Μαρία η του Σαλώμη, ηγόρασαν αρώματα με σκοπό να αλείψουν τον Ιησού την τρίτη μέρα όπως ήτο τότε συνήθεια-έθιμο. Έφθασαν στον τάφο και τον βρήκαν ανοιχτόν. Μπήκαν μέσα και έκπληκτες βλέπουν μπροστά τους έναν άγγελο με απαστράπτουσαν λευκήν στολήν να τις ομιλεί και να τις λέγει: «Ιησούν ζητείτε τον Εσταυρωμένον. Ουκ έστιν ώδε, αλλ’ ηγέρθη». Ανέστη, ανέστη εκ νεκρών, δεν είναι πλέον εδώ.

Χριστιανοί μου, η ορθόδοξος χριστιανική πίστις μας, στηρίζεται στο θεμέλιο της Αναστάσεως. Ο Ιησούς Χριστός με την Ανάστασή Του νίκησε τον θάνατον και μας έδωσε την βεβαιότητα κι εμείς όλοι, εφόσον θα παραμείνουμε ενωμένοι μαζί Του, θα νικήσουμε τον θάνατον με την Ανάσταση των σωμάτων μας κατά την Δευτέρα του Χριστού Παρουσία. Η δυνατή μας πίστη στο Χριστό και στο Ευαγγέλιο μας δίδει Θεού δύναμη για να μπορούμε κι εμείς να νικάμε τον φόβων του θανάτου. Όταν νικηθεί αυτός ο φόβος, έχουμε μέσα μας βεβαιωμένη την ελπίδα της Αναστάσεως και αποκτά η ψυχή μας την πρόγευση της Βασιλείας του Θεού.

Η ορθόδοξος πίστις μας είναι Εκκλησία της Αναστάσεως. Κι είναι Εκκλησία της Αναστάσεως γιατί χωρίς την Ανάσταση, η πίστις μας θα ήταν κούφια, χωρίς νόημα και σκέτη κοροϊδία. Γι’αυτό και είναι πολύ σημαντικός ο λόγος του Αποστόλου Παύλου που τον απευθύνει σε όλους μας και μας λέγει: «ει δε Χριστός ουκ εγείγερται, κενόν άρα το κήρυγμα ημών, κενή και η πίστις ημών, ματαία η πίστις ημών. Χωρίς την Ανάσταση, το κήρυγμά μας θα ήταν άδειο, σκέτη απάτη. Όμως ο Χριστός αναστήθηκε θριαμβευτικά, γιατί είναι αληθινός Θεός. Τέλειος Θεός όπως είναι και τέλειος άνθρωπος. Έτσι η πίστις μας στο Χριστό και στο Ευαγγέλιό Του δια μέσου του οποίου μας απεκάλυψε ο Κύριος τις αιώνιες αλήθειες
για το θεανθρώπινο προσωπό Του, όπως είπαμε προηγουμένως,
για την Τριαδικότητα του Ενός Θεού,
για την ίδρυση της Εκκλησίας,
για τη Θεία σύσταση των μυστηρίων,
για την βεβαιότητα της σωτηρίας μας,
για την ανάσταση των νεκρών, για τη Δευτέρα Του Παρουσία, όπου θα κρίνει ζώντας και νεκρούς,
για την απόδοση της Θείας Δικαιοσύνης,
για τη Βασιλεία των Ουρανών,
για την αιώνια τιμωρία των αμετανοήτων αμαρτωλών,
για τη μακαρία βράβευση των σεσωσμένων,
για την αγάπη του Θεού που δεν θέλει τον θάνατο του αμαρτωλού «ως το επιστρέψαι και ζην αυτόν»,
για το έργο της Θεία Οικονομίας και για τόσα άλλα πολλά τα οποία μας πληροφορεί ο λόγος του Θεού μέσα από τις Άγιες Γραφές.

Ποιός άραγε όμως από εμάς ανοίγει κάθε μέρα την Αγία Γραφή; Το έργον του Ιησού Χριστού τελείωσε πάνω στο Γολγοθά με τη φοβερή Του εκείνη σταύρωση ανάμεσα σε κακούργους και με τις λέξεις «τετέλεσται». Και ευθύς αμέσως παρέδωκε το πνεύμα Του.

Εκεί τελειώνει το έργον. Στη Σταυρική Θυσία. Αλλά σφραγίζεται όμως αυτό το έργο και επικυρώνεται με την Ανάστασή Του εκ νεκρών. Είναι λοιπόν η ορθόδοξος Εκκλησία μας, Εκκλησία της Αναστάσεως, διότι κεφαλή της Εκκλησίας είναι ο αναστημένος Χριστός που με την Ανάστασή Του νίκησε το κράτος του θανάτου και μας χάρισε την αιώνιον ζωήν. «Χριστός Ανέστη εκ νεκρών, θανάτω θάνατον πατήσας και τοις εν τοις μνήμασι ζωήν χαρισάμενος».
Είναι Εκκλησία της Αναστάσεως αφού οι Απόστολοι είδαν τον αναστάντα Χριστόν με τα μάτια τους, ψηλάφησαν με τα χέρια τους το αναστημένο σώμα Του και δέχτηκαν τα πλούσια πνευματικά και ουράνια δώρα Του. Όχι μόνον ο Απόστολος Θωμάς, όπως περιγραφόταν την περασμένη Κυριακή, τον είδε και τον ψηλάφησε, αλλά βλέπουμε και δύο μυροφόρες γυναίκες καθ’ ον χρόνον επορεύοντο για ν’ αναγγείλουν στους μαθητάς την Ανάσταση του Κυρίου, εμφανίζεται ξαφνικά μπροστά τους ο Κύριος και τις λέγει: «Χαίρεται». Κι εκείνες ευθύς αμέσως έπεσαν κάτω στα πόδια Του, Τον προσκύνησαν και επί λέξει «και εκράτησαν τους πόδας Αυτού». Του κράτησαν τα πόδια. Τα αγκάλιασαν. Σύμφωνα με την αψευδή διαβεβαίωση του Ευαγγελιστού Ματθαίου.

Κι όταν χρειάστηκε να καλυφθεί ο τόπος του Ιούδα, οι έντεκα Απόστολοι έπρεπε να εκλέξουν δύο που να ήσαν μάρτυρες της Αναστάσεως του Κυρίου. Ο Πέτρος μάλιστα, μιλώντας για τα προσόντα που πρέπει να έχει αυτός που θα αναπληρώσει τη θέση του Ιούδα που αυτοκτόνησε, αναφέρθηκε σ’αυτό το προσόν: «μάρτυτα της Αναστάσεως Αυτού γενέσαθαι συν ημίν ένα τοιούτων». Έναν από τους δυο, που θα ήτο μάρτυρας της Αναστάσεως.
Ο Χριστός μέχρι της Αναλήψεώς Του, τις σαράντα εκείνες ημέρες, ενεφανίσθη πολλές φορές γι’ αυτό έχουμε και πολλούς μάρτυρες. Εμφανίστηκε επίσης και στον Αδελφόθεο Ιάκωβο. Αδελφόθεος θα πει όχι αδελφός - απλώς ήτο γιος του μνήστορος Ιωσήφ, ήταν από τους πρώτους που πίστεψε πλέον στη μεσσιανικότητα του Χριστού και ότι Αυτός ήτο Θεός αληθινός.
Εμφανίζεται μια φορά επίσης σε μια συγκέντρωση επάνω πεντακοσίων αδελφών. Πεντακόσιοι τότε μάρτυρες-πως θα τους έλεγα «υποψήφιοι χριστιανοί», Τον είδαν όλοι μαζί και Τον απήλαυσαν και ασφαλώς θα τους είπε πολλούς πολλούς παρηγορητικούς και ενισχυτικούς λόγους.
Αλλά και ο Παύλος όμως, για να αποδείξει ότι και αυτός ο ίδιος είναι Απόστολος Χριστού, αναφέρθηκε στην προσωπική θεοφάνιση του αναστάντος Χριστού λέγοντας: «ουχί Ιησούν Χριστόν τον Κύριον ημών εγώ εώρακα;». «Μήπως εγώ ο ίδιος με τα μάτια μου δεν είδα τον Χριστόν;». Ή λίγο ήταν εκείνο που του συνέβη τότε στη Δαμασκό; Αλλά αναφερόμενος όμως ο Παύλος στις διάφορες εμφανίσεις του Κυρίου, σε άλλο σημείο βεβαιώνει: «έσχατον δε πάντων ώσπερ το εκτρώματι όφθει και μοι». Τελευταίον απ’ όλους, σε μένα το έκτρωμα, τον πλέον έσχατο των αμαρτωλών, τον πιο βρωμιάρη, τον διώκτη των χριστιανών, εμφανίστηκε και σε μένα. - Αν ο Παύλος λέγει τον εαυτόν του έκτρωμα, εσύ, κι εσύ, κι εσύ, κι εγώ, πώς πρέπει να αποκαλούμε τον εαυτό μας;

Πέμπτη, 3 Αυγούστου 2017

Φοβάσαι τον Θάνατο; sv nikolaj velimirovicΆγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς

sv nikolaj velimirovic

Έχεις ακούσει για τον μακάριο διάκο Αββακούμ; Όταν τον οδηγούσαν οι Τούρκοι μέσω του Βελιγραδίου, στα δεσμά, για να τον καρφώσουν στον πάσσαλο, αυτός ο ιπποτικός Βόσνιος τραγουδούσε: «Ο Σέρβος είναι του Χριστού, χαίρεται, τον θάνατο»! Αυτά τα λόγια ακούγονται εντελώς σύμφωνα με το πνεύμα του απόστολου Παύλου ο όποιος γράφει στους Φιλιππησίους: «Συνέχομαι δε εκ των δύο, την επιθυμίαν έχων εις το αναλύσαι και συν Χριστώ είναι· πολλώ γαρ μάλλον κρείσσον· το δε επιμένειν εν τη σαρκί αναγκαιότερον δι’ υμάς» (Φιλιπ, 1,23-24). Ο απόστολος δεν μιλά καν περί του θανάτου αλλά μόνο περί της μετάβασης απ΄ αυτή τη ζωή στην άλλη ζωή. Και χαίρεται περισσότερο εκείνη τη ζωή παρά αυτήν.
Ρώτησα πρόσφατα έναν υγιή γέρο: «Τι θα επιθυμούσες από τον Θεό να σου δώσει περισσότερο στον κόσμο;» Έβαλε το χέρι στην καρδιά και απάντησε: «Τον θάνατο και μόνο τον θάνατο»! «Πιστεύεις στη ζωή μετά από τον θάνατο;» «Ακριβώς λόγω αυτής της πίστης επιθυμώ όσο πιο γρήγορα τον θάνατο», είπε ο γέρος.Οι άπιστοι φοβούνται τον θάνατο, αφού θεωρούν ότι ο θάνατος είναι εξ ολοκλήρου καταστροφή της ζωής. Πολλοί άνθρωποι που πιστεύουν πάλι φοβούνται τον θάνατο επειδή νομίζουν, ότι δεν ολοκλήρωσαν το καθήκον τους σ’ αυτόν τον κόσμο: Δεν έβαλαν τα παιδιά στον ορθό δρόμο ακόμα, ή δεν ολοκλήρωσαν ό,τι άρχισαν. Ακόμα και κάποιοι άγιοι άνθρωποι είχαν φόβο την ώρα του θανάτου.